Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

25η Μαρτίου - Εθνική εορτή

-->
Μαραθώνας, Θερμοπύλες, Σαλαμίνα, Πλαταιές, Γρανικός, Ισσός , Γαυγάμηλα.
146 προ Χριστού: η Ελλάδα υπόδουλη των Ρωμαίων.
29 Μαϊου 1453, η νίκη των βαρβάρων…

Μακρύς και αιματοπότιστος ο δρόμος του θεϊκού γένους…
Επί χιλιετίες, εν μέσω βαρβάρων, παρέχει αφθόνως και αφιλοκερδώς τα φώτα του πολιτισμού και του ανθρωπισμού ενώ σε ανταπόδοση εισπράττει λυσσαλέες και επαναλαμβανόμενες επιθέσεις εξοντώσεως. Είναι η ευγνωμοσύνη των υποζώων, διότι και τα κτήνη ακόμη αναγνωρίζουν την φροντίδα των ανθρώπων…

Ό,τι ιερώτερο και σεμνότερο και αγιότερο, ό,τι σαν αγώνας Θεού και ανθρώπων μας συνέβη, σαν Γένος, σαν Φυλή, σαν Έθνος, αυτό είναι το ΄21.

Μετά από αφόρητη δουλεία 4 αιώνων, στον ανεπίδεκτο πάσης εξανθρωπίσεως τουρκικόν όχλον, ότι βαρβαρώτερο εμφανίστηκε ποτέ επί της Γης, οι Έλληνες εν έτει 1821 αποφασίζουν άπαξ έτι τον υπερ όλων αγώνα.
Ή Ελευθερία, ή Θάνατος.
Η πρόβλεψη για την έκβαση είναι: Ελευθερία 1, Θάνατος 99.
Άοπλοι, χωρίς χρήματα, ασυντόνιστοι, αβοήθητοι, ορμούν ως παράφρονες προς τον θάνατον και «αγοράζουν» ό,τι τους λείπει με το μόνο μέσο που διαθέτουν : ΤΟ ΑΙΜΑ.
Η Ελληνική γή για μία ακόμη φορά, ρουφά το Ελληνικό αίμα και η Ελληνική θάλασσα, δέχεται στον βυθό της «τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά». Δίπλα στα οστά του Αίαντος και του Καλλικρατίδα, των ναυμάχων του Αρτεμισίου, της Σαλαμίνος και της Μυκάλης, τα ιερά λείψανα του ολοκαυτώματος της Χίου, των Ψαρών και της Κάσου. Η υγρή αυτή Ιερά Κιβωτός η περιέχουσα τα Τιμαλφή του Γένους, είναι εκείνη, για την οποία οι Έλληνες θα αγωνίζονται πάντοτε, για να παραμείνει ελληνική.

Οι απίστευτες θυσίες, η αυταπάρνηση, το αδάμαστο θάρρος, η παρακαταθήκη των κλασσικών ιδανικών, οδήγησαν στο φώς της Εθνεγερσίας. Άλλως τε, όπως έλεγε και ο Γέρος του Μωρηά : ο Θεός έχει βάλει την υπογραφή του για την ελευθερία της Ελλάδος και δε θα την πάρει πίσω.
Πίστευε, και το απέδειξε με τη ζωή του ότι υπάρχουν θυσίες για την ελευθερία και την πατρίδα μεγαλύτερες και από τον ίδιο τον θάνατο.
Όταν σε ένα γλέντι ύστερα από μια νίκη, έφτασε τον θλιβερό νέο του θανάτου του γιού του που είχε σκοτωθεί σε μια άλλη μάχη, ο Γέρος του Μωρηά δεν δάκρυσε. Δεν κινήθηκε καν από τη θέση του. Μόνο είπε:
Έ, μωρέ! Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται!

Μόλις αλήθεια ο λαός μας μετά το 1453 συνειδητοποίησε το μέγεθος της συμφοράς, ούτε για μια στιγμή δεν απελπίστηκε. Είδε το δρόμο της σκλαβιάς του μακρύ, μαρτυρικό, πνιχτό στο δάκρυ και στο αίμα, αλλά δεν λιποψύχησε, δεν κατάντησε δούλος. Παρέμεινε αιχμάλωτος, σκλάβος πολέμου. Λαός-ποιητής από τη φύση του έκανε το κλάμα του θρύλο και τον καημό του τραγούδι, που του κράτησαν την ελπίδα άσβηστη ίσαμε το μεγάλο ξημέρωμα:
Σώπασε κυρά-Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις,
Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι.

Λίγοι λαοί χωρίς αμφιβολία, είχαν την τύχη μέσα στην ατυχία τους να συνοδευτούν από τέτοια τραγούδια, που μπορούμε να τα παρομοιάσουμε με ακοίμητο φώς μπροστά σε εικονοστάσι που έχει για εικονίσματά του τα μεγάλα ιδανικά της φυλής…

Και σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, στις 23 του Μάρτη στην Καλαμάτα, οι ιερείς ευλογούν τις σημαίες της Κλεφτουριάς , ύστερα από την πρώτη δοξολογία, μετά από 368 χρόνια ζοφερής σκλαβιάς, στην οποία πρωτοστάτησε, αφού απόθεσε για λίγο το γιαταγάνι, ο αρχιμανδρίτης Παπαφλέσσας. Και όλοι ομόψυχα δίνουν τον όρκο: Ορκιζόμαστε να μην καταισχύνουμε τα όπλα τα ιερά, ούτε να εγκαταλείψουμε τις τάξεις μας.

Tέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω Ιερά πλην τρισαθλία Πατρίς!
Ορκίζομαι εις τας πολυχρόνους βασάνους σου, ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα, τα οποία τόσους αιώνες έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα σου, εις τα ίδια μου δάκρυα χυνόμενα αυτή τη στιγμή και εις την μέλλουσαν ελευθερία των ομογενών μου, ότι αφιερώνομαι όλος εις Σε.
Εις το εξής Συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου…έλεγε μεταξύ άλλων ο όρκος ων Φιλικών.

Ο Σολωμός ευτυχεί να δει να πραγματώνεται η ηφαιστειακή έκρηξη του θαύματος του Εικοσιένα, του ιερού Αγώνα του πνεύματος και του καριοφυλιού μαζί. Στον Ύμνο θα αναφωνήσει υπερήφανα για την γενιά των πολεμιστών του 21, την αντάξια της ιστορίας:
«Ώ τριακόσιοι σηκωθείτε και ξανάλθετε σ εμάς
Τα παιδιά σας θέλ΄ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας.»

Και ο Γιάννης Ρίτσος γράφει γι αυτούς:
To χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι-το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους-το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους…πάνω στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους.

Πρόκειται γι αυτήν την παράδοσιακή ιδέα της Ελληνικής αρετής που ο Κάλβος πιστοποίησε την αναγέννησή της στην Ελληνική γή , μόλις με το
Κελάηδημα των πρώτων καριοφυλιών.

Η παράδοση κυρίως κρατιόταν ακοίμητη από τα σχολεία κατά την Τουρκοκρατία, είτε από σκοπιμότητα ανεκτή από τον τύραννο, είτε κρυφά, σε διδακτήρια, σε σπίτια, σε εκκλησίες, σε μοναστήρια, σε κρυψώνες, σε σπηλιές.

Ο Πατρο-Κοσμάς, ο φωτισμένος εκείνος ιερωμένος εθνοδιδάσκαλος, έχοντας βεβαιωθεί για την αναγεννητική αυτή δύναμη του σχολείου κήρυττε : ‘ και τις εκκλησίες να τις κάνετε σχολειά, γιατί αυτά θα σώσουν και την πατρίδα και την θρησκεία’. Και ο εθναπόστολος Κοραής, απόφοιτος της Σχολής της Σμύρνης, υπερθεμάτιζε: Πρώτα-πρώτα με την παιδεία θα μορφωθεί ο Έλληνας και έπειτα θ’αρπάξει το ντουφέκι και θα ελευθερωθεί.

Ο Παπαφλέσσας, πριν βάλει μπουρλότο στις ψυχές των Μωραϊτών , είχε μαθητεύσει στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας.

Ο Ιερός Λόχος στο Δραγατσάνι, κατά το πρότυπο του Ιερού Λόχου των Θηβών, υπήρξε το άνθισμα της παραδοσιακής μας παιδείας, που προσφέρθηκε ως θυμίαμα για το αγίασμα στην έναρξη του αγώνος.
Η εθνική παράδοση ύψωσε τον Ρήγα σε πρόδρομο και εθνομάρτυρα του 21. Και ο Σπυρίδων Τρικούπης επισφραγίζει: «καταγόμενοι δε και εκ των μεγάλων προπατόρων, των οποίων τα συγγράμματα και τα έργα ουδέποτε τους ήταν ολότελα άγνωστα, δεν ήταν δυνατόν να φανούν ανάξιοι της λαμπρής καταγωγής τους.

Οι Σουλιώτες αντιδρούν όμοια με τους αρχαίους Έλληνες στις κρίσιμες για το έθνος περιστάσεις. Στην πρόταση του Αλή Πασά , να τους δώσει χρήματα και απόλυτη ελευθερία να εκλέξουν και να κατοικήσουν όποιον άλλον τόπο θέλουν και όπως θέλουν, αποκρίθηκαν :
« Βεζύρ Αλή Πασά σε χαιρετούμε. Η Πατρίς μας είναι ασυγκρίτως γλυκυτέρα και από τα πουγκεία σου και από τους ευτυχείς τόπους, τους οποίους υπόσχεσαι να μας δώσεις. Όθεν ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δεν πωλείται ούτε αγοράζεται σχεδόν με όλους τους θησαυρούς της γής, παρά με το αίμα και τον θάνατον έως του τελευταίου Σουλιώτη. Όλοι οι Σουλιώτες, μικροί και μεγάλοι.»

Όταν στη συνέχεια ο Αλή Πασάς επιχείρησε να εξαγοράσει την οικογένεια του Σουλιώτη οπλαρχηγού Τζήμα Ζέρβα, πήρε την απάντηση:
« Σ’ ευχαριστώ Βεζύρη μου για την αγάπη που έχεις σε μένα, αλλά τα οχτακόσια πουγκεία παρακαλώ μη μου τα στείλεις, επειδή δεν ηξεύρω να τα μετρήσω , και αν ήξερα πάλι δεν θα ήμουν ευχαριστημένος να σου δώσω ούτε μια πέτρα της πατρίδος μου γι’ αντιπληρωμή, και όχι πατρίδα, όπως φαντάζεσαι. Την τιμή οπού μου υπόσχεσαι μού είναι άχρηστος. Πλούτος και τιμή σε μένα είναι τα άρματά μου, με τα οποία φυλάττω και τιμώ την πατρίδα μου, αθανατίζω και τ’ όνομά μου.»

Λιγοστά ακόμη σταχυολογήματα θα αναφερθούν , θαυμαστά για την τυραννική εξουσία, από το βίωμα της πνευματικής παραδόσεως και κληρονομιάς που ρύθμιζε την όλη συμπεριφορά των τότε Αγωνιστών.
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, αφηγείται ο Βαλαωρίτης, βλέποντας ένα πρωινό τους αποκλεισμένους στην Ακρόπολη Τούρκους να γκρεμίζουν τις κολώνες του Παρθενώνος, έστειλε ταραγμένος και ρώτησε να μάθει για ποιο λόγο. Του απάντησαν πως χρειάζονταν το περιεχόμενο συνδετικό μολύβι για να το μετατρέψουν σε βόλια. Και τους έστειλε μολύβι, με το οποίο θα τον πολεμούσαν, αρκεί να άφηναν τα λιθάρια, όπως τους παρήγγειλε, στη θέση τους.

Παρόμοια και ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του γράφει : «Ἐίχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ίδια. Φαίνονταν οι φλέβες, τόσην εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα είχαν πάρει κάτι στρατιώτες και στο Άργος θα τα πουλούσαν των Ευρωπαίων. Τους μίλησα : Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε , να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι αυτά πολεμήσαμε.»

Κλείνω με ένα ακόμη απόσπασμα επίσημου κειμένου από τα ωραιότερα που έχουν γραφτεί κατά τη διάρκεια του μεγάλου Αγώνος. Πρόκειται για την αναφορά προς την Κυβέρνηση των Αθηναίων υπερασπιστών της Ακροπόλεως, τον Μάιο του 1827, ύστερα από την απόρριψη της διαταγής του Αρχιστρατήγου Τζώρτζ να παραδοθούν :
«Σεβαστή Διοίκησις, η τελευταία αυτή απόφασή μας πάρθηκε για να σώσουμε, τα απομεινάρια που σώζονται εδώ από τις θαυμαζόμενες αρχαιότητες, που είναι έργα των αειμνήστων πατέρων μας. Και μολονότι πια τρεφόμαστε μόνο από κριθάρι και νερό λιγοστό, το οποίο λιγοστεύει μέρα με τη μέρα, για το ότι όμως μας εμπνέει αληθής πράγματι και ανυπόκριτος ζήλος για την φίλτατη και γλυκύτατη πατρίδα μας , όντας αποφασισμένοι όχι μόνο με λόγια, αλλά με έργα για τον θάνατο, απορρίψαμε την διαταγή του Αρχιστρατήγου Τζώρτζ, γιατί τα περιλαμβανόμενα σ’ αυτήν δεν ανήκουν στο χαρακτήρα μας.
Συγχρόνως και τον εχθρό απελπίζουμε και τον κάνουμε να παρασύρεται από παράλογους σκοπούς. Ακόμη δείχνουμε στον κόσμο ότι οι Έλληνες δεν πολεμούν σαν ληστές. Λοιπόν, ας είναι πεπεισμένη η Σεβαστή Διοίκηση ότι προς χάρη της ελληνικής δόξας και τιμής, θα αντέξουμε μέχρις εσχάτων εναντίον κάθε κακού που μας πολεμά.

Αλλά ο λόγος που σαν μυσταγωγία ακούγεται και που μπορεί να προβληματίζει σοβαρά κάθε Έλληνα, ειπώθηκε στην Πνύκα , στις 13 Νοεμβρίου 1838, μπροστά στους μαθητές του Γυμνασίου, από τον πιο αντάξιο απόγονο και μπαρουτοκαπνισμένο συνεχιστή της μεγάλης μας ελληνικής παραδόσεως, από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
«Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημιουργούσαν τον παλιό καιρό άνδρες σοφοί και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φτάσω τα ίχνη των.»

Ο Έλληνας έτσι και ξεκόψει να αναζωογονείται στην πορεία του από τη μακραίωνη παράδοσή του , θα χάσει την εθνική του συνοχή και σβήνοντας το παρελθόν θα σβήσει και το μέλλον του, γεγονός που μοιραία θα σημάνει και τον ιστορικό του θάνατο. Υπ’ όψιν μας γι αυτό και βαρυσήμαντη υποθήκη του Καζαντζάκη: «‘Το πρώτο σου χρέος , εκτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νοιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιό σου τη μεγάλη εντολή να σε περάσει.»

Έτσι λοιπόν και το 21 θα ορθώνεται και θα δεσπόζει στην ζωή μας ως κορυφή απαράμιλλη της νεώτερης παραδόσεως της φυλής, με μια ακτινοβολία εθνικού προσανατολισμού αβράδιαστη , η παράδοση που ενέπνευσε και στον Παλαμά τον δίστιχο θούριο, χαιρετίζοντας την Βορειοηπειρωτική-επική εξόρμηση του 1940 :
Αυτό το λόγο θα σας πώ , δεν έχω άλλο κανένα :
Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!

Με το λόγο του απολλώνειου ποιητή μας, του Σικελιανού, ας ενώσουμε ομόψυχα και πανηγυρικά σήμερα κι εμείς τη φωνή μας:
«Μέσα βαθιά στα σπλάχνα μου, όχι η καρδιά, η Ελλάδα!!!»

Σπύρος Ελ. Αγγελόπουλος
ΠΗΓΗ

Related Posts :



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου